Η είδηση έγινε γνωστή μέσα από ανακοινώσεις που κυκλοφόρησαν το πρωί και επιβεβαιώθηκαν γρήγορα από τον δημοσιογραφικό κόσμο. Ο Σταύρος Τσώχος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που δεν μετριέται μόνο σε χρόνια αλλά κυρίως σε επιρροή.
Δεν ήταν από εκείνους που επιδίωκαν τα φώτα. Ήταν από εκείνους που τα φώτισαν το δρόμο για τους επόμενους. Και αυτό, στην αθλητική δημοσιογραφία, λέει πολύ περισσότερα απ’ όσα φαίνονται με μια πρώτη ματιά.
Από το γήπεδο στη γραφή
Η αφετηρία του ήταν το ποδόσφαιρο. Το 1954 έκανε τα πρώτα του βήματα στην Υπεροχή Νεαπόλεως, σε μια εποχή που το άθλημα είχε άλλους ρυθμούς και άλλες απαιτήσεις. Δεν άργησε να ξεχωρίσει και να βρεθεί στον Ολυμπιακό, ανοίγοντας ένα κεφάλαιο που τον έβαλε στο επίκεντρο ενός από τα πιο απαιτητικά περιβάλλοντα της εποχής.
Αγωνίστηκε επίσης σε ομάδες όπως η Προοδευτική και ο Φωστήρας, κλείνοντας την ποδοσφαιρική του πορεία στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Δεν ήταν η καριέρα που γέμισε πρωτοσέλιδα, ήταν όμως η καριέρα που του έδωσε το πιο σημαντικό εφόδιο για όσα ακολούθησαν. Την κατανόηση του παιχνιδιού εκ των έσω.
Και αυτό δεν διδάσκεται εύκολα. Φαίνεται στον τρόπο που περιγράφεις μια φάση, στον τρόπο που διαβάζεις ένα ματς, στην ικανότητα να βλέπεις το “γιατί” πίσω από το αποτέλεσμα.
Μια σχολή από μόνος του
Από τη στιγμή που πέρασε στη δημοσιογραφία, ο Τσώχος δεν άργησε να ξεχωρίσει. Δούλεψε σε εφημερίδες όπως η «Ημέρα», η «Ακρόπολη», «Τα Νέα» και το «Φως των Σπορ», σε μια εποχή που το ρεπορτάζ δεν στηριζόταν σε διαρροές και real-time ταχύτητα, αλλά σε σχέσεις, γνώση και καθημερινή παρουσία στο πεδίο.
Από το 1968 και μετά, μπήκε και στον χώρο της τηλεόρασης, συμμετέχοντας σε μεταδόσεις και εκπομπές σε μια περίοδο που η εικόνα ερχόταν να συμπληρώσει τη φωνή, όχι να την αντικαταστήσει. Εκεί, δεν άλλαξε ύφος. Δεν κυνήγησε τον εντυπωσιασμό. Κράτησε τη γραμμή που τον χαρακτήριζε και στο χαρτί.
Η παρουσία του δεν περιορίστηκε μόνο στη δημοσιογραφία. Η θητεία του ως διευθυντής στο γραφείο Τύπου της ΠΑΕ Ολυμπιακός έδειξε ότι μπορούσε να σταθεί και σε έναν πιο απαιτητικό, διοικητικό ρόλο, χωρίς να χάσει την αξιοπιστία του. Κάτι που δεν ήταν ποτέ αυτονόητο.
Ό,τι μένει στο τέλος
Σε μια εποχή που η πληροφορία τρέχει πιο γρήγορα από όσο προλαβαίνει να ελεγχθεί, η απώλεια του Σταύρου Τσώχου λειτουργεί σχεδόν σαν υπενθύμιση. Ότι η δημοσιογραφία δεν είναι μόνο το “πρώτος”, αλλά κυριώς το “σωστός”.
Δεν άφησε πίσω του περιττό θόρυβο αλλά ένα ολόκληρο τρόπο σκέψης. Δεν θα βρεις εύκολα αριθμούς για να περιγράψεις το πόσο επιδραστικός υπήρξε, ούτε στατιστικά που να αποτυπώνουν την αξία του. Θα τη δεις όμως σε όσους έμαθαν να γράφουν λίγο πιο καθαρά, λίγο πιο ουσιαστικά, χωρίς να ψάχνουν διαρκώς τις εύκολες εντυπώσεις.
Και αυτό, τελικά, είναι που ξεχωρίζει τους ανθρώπους που απλά πέρασαν από τον χώρο από εκείνους που τον έζησαν και τον διαμόρφωσαν.
